Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ


    
 Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε
να΄ναι τα χρόνια δίσεχτα, πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί,
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει, το κυνήγι
ήταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια,
οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια.


Μη μου μιλάς για τ'αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό
μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα
που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της,
δεν ξέρω πολλά πράγματα απο σπίτια
ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.
Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά
που παίζουν στα περιβόλια με τα κρόσσια του ήλιου,
κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες
γυαλιστερές πάνω στη μέρα,
όταν τελειώνει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,
ζαρώνουν ή χαμόγελουν ή ακόμα πεισματώνουν
μ'εκείνους που έμειναν μ'εκείνους που έφυγαν
μ'άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν
ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε
ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο.



Δεν ξέρω πολλά πράγματα απο σπίτια,
θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους
καμιά φορά, σα σταματήσω,  
                                            ακόμη
καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές
μ'ένα κρεβάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας την βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι
πως κάποιος ετοιμάζεται να'ρθεί, πως τον στολίζουν
μ'άσπρα και μαύρα ρούχα με πολύχρωμα κοσμήματα
και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες,
πως ετοιμάζεται να'ρθεί να μ'αποχαιρετήσει,
ή μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας απο λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακούσες Αλεξάντρεια,
απο κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα,
με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα,
πως ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει
εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω άπ'τη σκάλα.

Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα σαν τα γυμνώσεις.

Γ.ΣΕΦΕΡΗΣ








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου