Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Albert Einstein...ante portas

κόσμος

παιδική ηλικία

ενηλικίωση

ωριμότητα

έκτακτη επικαιρότητα

Θα βουλιάζουμε-βουλιάζουμε
κατακόρυφα με 300 και βάλε
σε συφιλιδικά νερά χωρίς τέλος
με αφορισμούς και χτυπήματα στο κεφάλι
από διαμαντένιους σταυρούς τραβεστί πατέρων
γλείφοντας υπογράφοντας ικετεύοντας
και ουρλιάζοντας ξεφτιλισμένα ναι
κανείς δεν θα γλυτώσει

Κατερίνα Γώγου

Παρασκευή 20 Μαΐου 2011

Για μένα

Η ευλογία της έλλειψης

Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου
ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω
όλες οι ικανότητές μου
που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής
με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό
άχρηστες, ανούσιες.
Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου'χει απομείνει
μ'αποπροσανατολίζει
γιατί μου προβάλλει εικόνες απ'το παρελθόν
σαν να'ταν υποσχέσεις για το μέλλον.
Δεν μπορώ, δεν τολμώ
ούτ'έναν άγγελο περαστικό
να φανταστώ γιατί εγώ
σ'άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους
κατεβαίνω.
Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν
έγινε φίλη καλή
μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.
Στέρησέ με -παρακαλώ το Άγνωστο-
στέρησέ με κι άλλο
για να επιζήσω.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ

παιχνίδια


souvenirs from creta

κεραμίδια


Ό,τι χάνεις μένει μαζί σου για πάντα
κι η Λυπιού είναι μια χώρα που έφτιαξα
για να'μαι πάντα ένα μ'αυτά που'χω χάσει
όταν πιάνουν εκείνα τ'αβάσταχτα σούρουπα
κείνα τα άφωνα ξημερώματα
κι είναι σαν να περιμένεις το κουδούνι του σχολείου
να χτυπήσει, το μάθημα πάλι ν'αρχίσει
μια ακόμη άσκηση πάνω σε άγνωστο θέμα.
Κοιτάς χάμω της αυλής το τσιμέντο, τα χαλίκια
τινάζεις τα ψίχουλα απ'το κουλούρι στην μπλε ποδιά
και μπαίνεις στην τάξη
μπαίνεις στη μονοτονία του άγευστου χρόνου
στην αοριστία της ύπαρξης
που ξέρω, λίγο αλλοιωμένη,
τη συναντάς πάλι προς το τέλος.

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ

πόρτα παλιού σπιτιού στο Διδυμότειχο

 ....Το σπίτι σαν το καλοκοιτάξεις μέσα από τις παλιές κορνίζες
ξυπνά με τα πατήματα της μητέρας στα σκαλοπάτια
το χέρι που φτιάνει τα σκεπάσματα ή διορθώνει την κουνουπιέρα
τα χείλια που σβήνουν τη φλόγα του κεριού.

Κι όλα τούτα είναι παλιές ιστορίες που δεν ενδιαφέρουν πιά κανέναν
δέσαμε την καρδιά μας και μεγαλώσαμε.

Γ.ΣΕΦΕΡΗΣ

Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Allegria di naufragi

E subito riprende
il viaggio
come
dopo il naufragio
un superstite
lupo di mare.

Giuseppe Ungaretti

DIE ROTE TUR


GESTERN ABEND SAH ICH DICH
DURCH DIE ROTE TUR KOMMEN
DER WIND STREICHELTE UBER DEIN GESICHT
SPIELTE MIT DEINEN HAAREN
DU LACHTEST UND DEINE AUGEN
SPIEGELTEN DIE SONNE
DEIN SCHEMA WARF SCHATTEN
AUF DIE BLAUEN KUPPELN
DORT WO ICH DICH MIT MOND UND SONNE
JEDEN TAG AUFGEHEN SEHE
ICH OFFNE MEIN FENSTER
DIE DUNUNG SAUSELT GRUSSE VON DIR
UND SCHIFFE BRINGEN DEINE LIEBE
TAGE UND NACHTE VERSCHMELZEN
ICH SPURE DICH UBERALL
MEINE SEHNSUCHT REIST ZU DIR
DORT HIN WO ICH DICH GESTERN NOCH SAH
.

αγορά εργασίας

Σάββατο 7 Μαΐου 2011

είσοδος


"....μια αυλή σπιτιού με τα πέτρινα σκαλάκια, με τους ασβεστωμένους τοίχους, με τα γεράνια στον τενεκέ ή ένας περίβολος μοναστηριού με το πηγάδι, με τα κελιά, με τις καμάρες, είναι πολύ πιο κοντά στο πνεύμα που γέννησε τους Απόλλωνες και τις Νίκες ή τις Θεομήτορες και τους οσίους, παρά οι ποιμενικές σκηνές και τα ροζ αγγελάκια που έκαναν οι μετρ της Αναγεννήσεως." 
         ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
                                                                                                         
        

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

...στον ουρανό...


...να φεύγουν τα περιττά λέω    να μπώ στον ουρανό του τίποτα     με ελάχιστα...

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ.






ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ


    
 Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε
να΄ναι τα χρόνια δίσεχτα, πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί,
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει, το κυνήγι
ήταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια,
οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια.


Μη μου μιλάς για τ'αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό
μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα
που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της,
δεν ξέρω πολλά πράγματα απο σπίτια
ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.
Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά
που παίζουν στα περιβόλια με τα κρόσσια του ήλιου,
κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες
γυαλιστερές πάνω στη μέρα,
όταν τελειώνει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,
ζαρώνουν ή χαμόγελουν ή ακόμα πεισματώνουν
μ'εκείνους που έμειναν μ'εκείνους που έφυγαν
μ'άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν
ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε
ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο.



Δεν ξέρω πολλά πράγματα απο σπίτια,
θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους
καμιά φορά, σα σταματήσω,  
                                            ακόμη
καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές
μ'ένα κρεβάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας την βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι
πως κάποιος ετοιμάζεται να'ρθεί, πως τον στολίζουν
μ'άσπρα και μαύρα ρούχα με πολύχρωμα κοσμήματα
και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες,
πως ετοιμάζεται να'ρθεί να μ'αποχαιρετήσει,
ή μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας απο λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακούσες Αλεξάντρεια,
απο κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα,
με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα,
πως ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει
εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω άπ'τη σκάλα.

Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα σαν τα γυμνώσεις.

Γ.ΣΕΦΕΡΗΣ